Πόλεμος και Πίστη

Posted by insomniaproduct insomniaproduct
Options
 "Μόνο οι νεκροί έχουν δεί το τέλος του πολέμου."  George Santayana

Ο 20ος αιώνας υπήρξε μιας από τις σκληρότερες και πιο αιματοβαμμενες περιοδους στην ανθρώπινη ιστορία. Κακώς έχει χαρακτηριστεί "σύντομος" από τους ιστορικούς καθώς οι άνθρωποι που έζησαν τότε και υπέστησαν τις συνέπειες των πράξεων ολόκληρων εθνών, γνωρίζοντας συνεχείς πολιτικοκοινωνικες εναλλαγές, απώλεια και θάνατο, είμαι σίγουρος πως θα του απέδιδαν εντελώς διαφορετικό χαρακτηρισμό.

Αναμφίβολα, ο 20ος αιώνας υπήρξε ο καθρέφτης πολλών πτυχών της ανθρώπινης φύσης με χαρακτηριστικότερες την ικανότητα για κακό και την ικανότητα του ανθρωπου να το υπομένει. Παράλληλα με τον άνθρωπο κάθε αυτόν δοκιμάστηκε, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, και η ίσχυς του θρησκευτικού του συναισθήματος. Λαμβάνοντας υποψιν τα γεγονότα που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα και ιδιαίτερα τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, θα ήταν λογικό επόμενο να υποστηρίξει κανείς πως αυτά επιβεβαιωνουν την απουσία του Θεού, την κτηνώδη, γήινη φύση του ανθρωπου και επιφυλάσσουν το ανεπίτρεπτο της έγερσης εκ μέρους του αξιώσεων για την συμμετοχή του σε κάποιο θείο σχέδιο. Πράγματι, κανείς σήμερα δε θα μπορούσε να αποκαλέσει αυθαίρετο ένα τέτοιο συμπέρασμα, ακόμη και αν εξάγεται απο έναν μέτριο γνώστη της εν λόγω περιόδου, αν το τιθέμενο ζήτημα είναι η υλική ύπαρξη ενός Θεού που κάθεται αναπαυτικά στο θείο θρόνο του και παρακολουθεί απο ψηλά. Το ζήτημα αυτό γεννήθηκε με τη μορφή απορίας στα μυαλά των κατοίκων της βαθιά θρησκεύομενης Λισσαβόνας τον 18ο αιώνα, όταν συνέβη η τρομερή καταστροφή της απο φυσικά αίτια που στέρησε σχεδόν σε όλους απο αυτούς τη στέγη και την ασφάλεια τους, επομένως, δικαιολογημένα κάποιος θα μπορουσε να ερμηνέυσει και τη φρίκη που συνόδευσε τις ανθρώπινες πράξεις στο Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο ως απόδειξη πως ο Θεός είναι μια κατασκευή. Ωστόσο, είναι πολύ εύκολο να προβαίνουμε σε τέτοιου είδους ρασιοναλιστικές κρίσεις 72 χρόνια μακρία απο τη λήξη του όπου η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και η αποιεροποίηση του ανθρώπου, παραδόξως, συνθέτουν τα μέσα για την αναγωγή του ίδιου σε Θεό. Στη σύγχρονη, τεχνολογική εποχή κυρίαρχο, μεταξύ άλλων, ερώτημα είναι αν υπάρχει Θεός, με επιθυμητή απάντηση ένα ναι ή ένα όχι, όπως αν υπάρχει γάλα στο ψυγείο. Το αξιοσημείωτο στην υπόθεση αυτή είναι πως ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμου, ιδίως του νεανικού, απαντά αποφατικά στο ερώτημα. Και φυσικά, κανείς θα μπορούσε να αποδώσει την απάντηση αυτή στην επαναστατική τάση των νέων, πράγμα που δε καλύπτει επαρκώς ένα σχετικά πιο απαιτητικό ως προς την επιχειρηματολογία αναγνώστη, όχι μόνο διότι η νεολαία του 2017 δεν είναι ιδιαίτερα επαναστατική ή μάλλον είναι επιλεκτικά επαναστατική αλλά και γιατί μοιάζει πως ο χαρακτήρας του ''οχι'' είναι περισσότερο προιόν μιας νοοτροπίας εποχής, μιας νοοτροπίας όπου το ''οχι'' δεν οφείλεται σε μια έντιμη και παραγωγική προσπάθεια επαναξιολόγησης των αξιών αλλά σε μία απλή και δίχως αιτιολογικό υπόβαθρο άρνηση των εντυπώσεων. Το θεμελιώδες ερώτημα που προσκρούει στην αντίληψη πως ο Θεός είναι ανύπαρκτος είναι το εξής: Γιατί ο άνθρωπος δημιούργησε Θεούς αν είχε σκοπό να τους καταστρέψει; Γιατί οι στρατιώτες στα χαρακώματα των γαλλικών πεδίων μάχης του Α'ΠΠ είχαν την ανάγκη να χτίσουν ιερά τη στιγμή που ο ίδιος ο πόλεμος ήταν η τρανότερη απόδειξη πως ο Θεός τους τούς εγκατέλειψε;

Για να απαντήσει κανείς σε αυτά τα ερωτήματα οφείλει να κάνει μια βασική διάκριση, την οποία δυσκολεύομαστε να κάνουμε, μια διάκριση που δεν θέλουμε να κάνουμε γιατί έχουμε στερήσει απο το θείο τη πνευματική του διάσταση. Είναι λοιπόν θεμελιώδες να αποσπάσουμε την έννοια του θρησκευτικού συναισθήματος απο αυτή της ύπαρξης του εκάστοτε Θεού που συνδέεται με αυτό. Δεδομένων, βέβαια, της αλληλεξάρτησης και ανατροφοδότησης ανάμεσα στις δύο έννοιες, η παράβλεψη των οποίων οδηγεί σε λογικό σφάλμα, η απόσπαση θα γίνει εδώ με σκοπό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του κειμένου που προσπαθεί να δώσει μεγαλύτερο βάρος στη πρώτη. Βάσει των παραπάνω, οσο αντιφατικό και αν μπορεί να θεωρηθεί, το ΄΄ναι΄΄ η το ΄΄οχι΄΄ που αντιστοιχεί στο ερώτημα αν ο Θεός υφίσταται δεν εξυπηρετεί την ανάλυση μας καθώς είναι πολύ διαφορετικό απο το ερώτημα του αν ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστέψει σε αυτή την ύπαρξη. Όταν κανείς γνωρίζει πως οι Νεάτερνταλ είχαν αναπτύξει πρώιμη θρησκευτική συνείδηση που εξέφραζαν σκαλίζοντας σε σπήλαια και ερμηνέυοντας το σημείο στο οποίο, φαινομενικά, τέμνεται η θάλασσα με τον ουράνιο θόλο ως το πέρασμα των νεκρών στον άλλο κόσμο, αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για κάτι πολύ πιο θεμελιώδες απο ένα απλό ΄΄ναι΄΄ ή ένα απλό ΄΄οχι΄΄. Η κινητήριος δύναμη πίσω απο αυτές τις πρακτικές και πεποιθήσεις είναι το θρησκευτικό συναίσθημα που φαίνεται να αποτελεί βασικό στοιχείο του ανθρώπινου είδους, όσο η τροφή ή το νερό. Η κινητήριος αυτή δύναμη συνιστά ψυχολογικό/πνευματικό, ωστόσο, και όχι υλικό μέσο επιβίωσης, ακριβώς όπως και η κοινωνικοποίηση και η ένταξη σε ομάδες. Όλως περιέργως το θρησκευτικό συναίσθημα φαίνεται να προηγείται του ζητήματος της ύπαρξης του Θεού, το δέυτερο γεννάται απο το πρώτο προκειμένου να αρχίσουν να ανατροφοδοτούνται. Αυτός είναι και ο λόγος που τόσοι φιλόσοφοι και διανοητές έχουν βαφτίσει Θεό ποικίλα πράγματα αλλά βιώνουν τον ίδιο πνευματικό και συναισθητικό κατακλυσμό κατα την εκδήλωση της ''πίστης'' στο Θεό τους. Επιπλέον αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί στρατιώτες πρίν και κατά τη διάρκεια της μάχης τόσο στον Α' όσο και στο Β'ΠΠ διατηρούσαν ζωντανή τη πεποίθηση τους τη στιγμή της καταστροφής, γιατί έσπευδαν να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο της απώλειας κάτι τόσο θεμελιώδους όσο η ζωή με κάτι τόσο θεμελιώδες όσο η πίστη.
Τέλος, ένα ακόμη στοιχείο μέσω της διάκρισης των δύο αυτών εννοιών που επιβεβαιώνει τη δομική φύση του θρησκευτικού συναισθήματος είναι η τάση που έχουμε, σαν άνθρωποι, να συνδέουμε τη θρησκευτικότητα μας περισσότερο με την μία έννοια υπο δεδομένες συνθήκες και περισσότερο με την άλλη υπο άλλες, όπως έμμεσα ειπώθηκε προηγούμενα. Όντες άνθρωποι του 21ου αιώνα, του - μέχρι τώρα τουλάχιστον- πιο ειρηνικού αιώνα στη Δυση τείνουμε να αναγνωρίζουμε χρησιμότητα και βασιμότητα η μή στη πίστη στο θείο βάσει του αν υπάρχει ο Θεός η όχι. Απο την άλλη οι άνθρωποι που αποτέλεσαν τα υποκείμενα της τραγωδίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, οι στρατιώτες και οι οικείοι τους αλλά και ο εν γένει άμαχος πληθυσμός απευθύνονταν σε ένα Θεό επειδή είχαν ανάγκη να το κάνουν και όχι επειδή είχαν τη (δική μας) πολυτέλεια να επικυρώσουν ή να αμφισβητήσουν ένα απόγευμα στο Κολωνάκι την ύπαρξη του.

Με αυτά λοιπόν να έχουν λεχθεί καλό θα ήταν όλοι μας να κάνουμε αφενός μια επίσκεψη στα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής, εφόσον έχουμε τη δυνατότητα, και αφετέρου μια προσπάθεια να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας απέναντι στο ρόλο που διαδραματίζει η πίστη σε ακραίες καταστάσεις προτού επαναξιολογήσουμε την ίδια τη πίστη και τη χρησιμότητα της με μοναδικό κριτήριο τις συνεχείς επιβεβαιώσεις πως ο Θεός δεν είναι εκεί. Ο Θεός δεν θα είναι ποτέ εκεί αν δεν αντιληφθούμε τη σημασία που έχει το να πιστέυουμε πως είναι εδώ.