ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΤΑΞΗ

Posted by Stratilio Stratilio
Options

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Το 1839 εκτέθηκαν στην Αθήνα, στο σπίτι του Μακρυ γιάννη, οι εικονο γραφίες της Επα νάστασης του 1821, έργα λαϊκών καλλιτεχνών, με επώνυμο μάλλον προσηγορικό, των Ζωγράφων. Είχαν φιλοτεχνηθεί καθ’ υπαγόρευση του στρατηγού. «Επαιρ να τον ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και το 'λεγα: “Ετζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη· αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε· αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος”» αφη γείται ο Μακρυγιάννης στα Απομνημο νεύματά του. Ετοιμάστηκαν πέντε σει ρές και παρουσιάστηκαν σε τραπέζι, στο οποίο είχαν προσκληθεί έλληνες και ξένοι αυλικοί, πολιτικοί, στρατηγοί, φιλέλληνες, οι πρεσβευτές των τριών Μεγάλων Δυνάμεων - διακόσιοι πενή ντα άνθρωποι. Η εναρκτήρια έκθεση του νέου ελληνικού κράτους είχε εγκαινιαστεί με κάθε επισημότητα, αλ λά δεν την πρόσεξαν παρά μόνον κά ποιοι ενθουσιώδεις έλληνες αγωνι στές.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αν ήθελε κανείς να δει έργα τέ χνης
στην Αθήνα, θα έπρεπε να επι σκεφθεί το Πανεπιστήμιο, το Πολυτε χνείο, το Ζάππειο, το Δημαρχείο, ή να περάσει από ναούς, υπουργεία, σχο λεία, συλλόγους, λέσχες, σπίτια, ξενο δοχεία, γραφεία εφημερίδων, κυρίως όμως να μπει σε εμπορικά καταστήμα τα, οι βιτρίνες των οποίων λειτουργού σαν ως περιστασιακά εκθετήρια, και στα εργαστήρια των καλλιτεχνών. Η αύξηση των ατομικών εκθέσεων στα καταστήματα και στα εργαστήρια είναι θεαματική μέσα στις δεκαετίες: έτσι, τη δεκαετία του 1850 μετράμε μία έκ θεση στο Πολυτεχνείο, μία σε ξενοδο χείο και τέσσερεις εκθέσεις σε εργαστήρια· τη δεκαετία του 1860 δύο εκ θέσεις στο Πολυτεχνείο, μία σε ναό, μία σε σπίτι, δύο εκθέσεις σε καταστή ματα και πέντε σε εργαστήρια· τη δε καετία του 1870 μία έκθεση στο Δη μαρχείο, μία στην πλατεία του Πανεπι στημίου, μία σε ναό, είκοσι μία εκθέ σεις σε καταστήματα-γραφεία και δώδεκα σε εργαστήρια· τη δεκαετία του 1880 μία έκθεση σε υπουργείο, δύο σε Δημαρχεία, μία σε λέσχη, μία σε γραφείο εφημερίδας, μία σε σχολείο, μία σε θέατρο, πενήντα πέντε εκθέσεις σε καταστήματα και είκοσι τρεις σε ερ γαστήρια.
Ο Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896), σε άρθρο του για την κατάστα ση των εικαστικών τεχνών κατά την 25ετηρίδα της βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ ( Εφημερίς
0.014 , 19 Οκτωβρίου 1888), διαπίστωνε με αρκετή δόση
σαρκασμού: «Τα εργαστήρια των παρ’ ημίν καλλιτεχνών ομοιάζουσι προς τα μοναδικά εκείνα των τουρκοκρατου μένων χωρών παντοπωλεία, εν οις, πλην των όσα εξοδεύονται, ευρίσκετε καί τινα εύμορφα πράγματα μη έχοντα
μεν αγοραστάς, προς καλλωπισμόν δε μόνον ή επίδειξιν προ πολλού εκτεθει μένα, και διά τούτο μυιόστικτα και βε βλαμμένα υπό του χρόνου». Τη δεκα ετία του 1890 έγιναν μία έκθεση στο Πολυτεχνείο, μία στο Ζάππειο, μία σε σύλλογο, μία σε ναό, μία σε αίθουσα, δύο εκθέσεις σε ξενοδοχεία, ενενήντα επτά σε καταστήματα και είκοσι πέντε σε εργαστήρια. Η προσωπική επαφή λοιπόν - σωστότερα: η ανθρώπινη σχέ ση - αποτελούσε τη μόνη προϋπόθεση για την άμεση βίωση του έργου τέχνης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, κάτι που στην ψηφιακή Νέα Εποχή (που διεισ δυτικά έχει αναλύσει ο Μichel Lacroix από τη δεκαετία του 1990) πιθανόν ξε νίζει.
Οι εικόνες εμφανίζονται στα έντυπα του 19ου αιώνα κινούμενες στο πλαί σιο της παραστατικότητας. Αποδίδο νται με την ειδική μέθοδο της ξυλογρα φίας σε όρθιο ξύλο, η οποία κατατασ σόταν στις εφαρμοσμένες τέχνες και συνδεόταν άμεσα με την τυπογραφία. Η Πανδώρα
που, μαζί με την
πη
Ευτέρ
, είναι τα δύο πρώτα εικονογραφη μένα ελληνικά περιοδικά των οποίων τις σελίδες κοσμούν συστηματικά ξυ λογραφίες αρχικά ξένων και ύστερα κυρίως ελλήνων χαρακτών - το 1850 σε εκτενές σημείωμά της (τχ. 11) πρό βαλε αφενός τη σημασία της ξυλογρα φικής τέχνης στην εικονογράφηση εντύπων, αφετέρου την αξία της για την αισθητική παιδεία και την καλλιτε χνική καλλιέργεια του κοινού: «Η ξυλο γραφία, ήτις κατήντησε σήμερον ανα πόφευκτον παρακολούθημα της ευ ρωπαϊκής δημοσιογραφίας, εισήχθη πρό τινων ετών και εις την Ελλάδα· και εκτός της Ευτέρπης
-0.016 , της Πανδώρας
καί τινων άλλων συγγραμμάτων, θέ λουσι βεβαίως εκδοθή και νεώτερα· δι ότι η εικονογραφία δεν αποτελεί απλούν μόνον των οφθαλμών εντρύ φημα, αλλά και διδάσκει διά περιγρα φής ακριβεστέρας, λεπτομερεστέρας και ψηλαφητής, ούτως ειπείν, το αντι κείμενον ούτινος ακροθιγώς πολλάκις άπτεται ο συγγράφων, και αυτήν την φιλοκαλίαν διαμορφοί και ρυθμίζει». Ο διευθυντής του Βασιλικού Πολυτεχνεί ου Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1811-1885) δεν παρέλειπε να υπογραμμίζει ότι η εισαγωγή και η διάδοση της ξυλο γραφίας έγιναν για πρώτη φορά στην Ελλάδα μέσα στις αίθουσες του Πολυ τεχνείου και ταυτόχρονα εξήρε τη συμ βολή του Αγαθάγγελου Τριανταφύλ λου (π. 1786-1872) και τις προόδους των μαθητών του. Το 1860, σε απολο γισμό του για τη λειτουργία και την κα τάσταση του Σχολείου προς το Υπουρ γείο των Εσωτερικών, επισήμαινε: «η αναγκαία τέχνη της ξυλογραφίας, η συντελούσα εις την έκδοσιν εικονο γραφικών βιβλίων και εκπληρούσα ήδη άριστα τας ανάγκας της τυπογρα φίας του τόπου, εν τω ημετέρω Πολυ τεχνείω έλαβε την αρχήν αυτής, διδα σκομένη παρά του γνωστού και εν τη αλλοδαπή μοναχού Αγαθαγγέλου, και εδύναντο να συγκριθώσι τινές των ημετέρων ξυλογράφων μετά των αλ λοδαπών, αν τα τυπογραφεία ήσαν
κάλλιον διωργανωμένα ως προς την μελάνωσιν». Ο ιερομόναχος Αγαθάγ γελος δίδαξε από το 1843 ως το 1865, εκτός της ξυλογραφίας, και την τεχνι κή της χαλκογραφίας, η οποία δεν είχε τη διάδοση της ξυλογραφίας στην ει κονογράφηση εντύπων, περιορισμένη από τον 18ο αιώνα σε θρησκευτικά χα ρακτικά και πολυτελείς εκδόσεις. Τον διαδέχτηκε ένας μαθητής του, ο Αρι στείδης Ροβέρτος (1835-1892), ο οποί ος δίδαξε από το 1865 ως το 1892. Κο ντά στον Ροβέρτο μαθήτευσαν οι πε ρισσότεροι χαράκτες εικονογράφοι ελληνικών εντύπων του 19ου αιώνα. Η τεχνική της λιθογραφίας, που ασκείται στην Ελλάδα ιδιωτικά από το 1824 και κρατικά από το 1835, μπαίνει ευρέως και στην τυπογραφία. Κατά την τελευ ταία δεκαετία του 19ου αιώνα όμως η ξυλογραφία και η λιθογραφία θα δε χτούν πλήγμα από τη μηχανική τεχνική της τσιγκογραφίας/φωτοτσιγκογρα φίας.
Σ τον 20ό αιώνα η ελληνική χα ρακτική ως τέχνη του βιβλίου θα βρει τον μαστορικό παλμό της από το 1939 και μετά με τον Γιάννη Κεφαλληνό (1894-1957), ο οποίος από το 1931 είχε εκλεγεί καθηγητής Χαρα κτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ορόσημα, τα λευκώματα Το Παγώνι
-0.008 (1943), δουλεμένο από τον ίδιο και τους μαθητές του Χρίστο Δα γκλή (1916-1991) και Λουίζα Μοντεσά ντου (1917-2007), και Δέκα Λευκαί Λή κυθοι του Μουσείου Αθηνών (1956), δουλεμένο πάλι από τον ίδιο και τους μαθητές του Νίκο Δαμιανάκη (1920-2005), Λουίζα Μοντεσάντου και Γιώρ γη Βαρλάμο (1922). Οι διάδοχοι του Κε φαλληνού Ευθύμης Παπαδημητρίου (1895-1958) και Κώστας Γραμματό πουλος (1916-2003), που υπήρξε και μαθητής του Κεφαλληνού, θα στρέ ψουν από τη δεκαετία του 1950 την απεικόνιση σε παρθένες ατραπούς. Ενα άλλο μέσο διάδοσης των εικόνων έργων τέχνης στην Αθήνα είναι τα πε ριοδικά εικαστικών τεχνών, μεικτά πε ρισσότερο ως τα μέσα του 20ού αιώνα, αμιγή κατόπιν, με ξεχωριστό ανάμεσά τους τον Ζυγό (1955-83, με διακοπή στα χρόνια 1967-73) του Φραντζή Φρα ντζισκάκη (1926), όργανο και της ομώ νυμης αίθουσας τέχνης. Το 1956 κυ κλοφορήθηκαν από τις Εκδόσεις Αθη νών της Νίνας Ηλιοπούλου (1908-1985) δύο βιβλιοφιλικά λευκώματα που διαφρόντισε ο μαθητής του Κε φαλληνού, με επίδοση στην εικονο γράφηση, χαράκτης Α. Τάσσος (1914-1985): πρόκειται για τον Μανουήλ Πανσέληνο
-0.04 και τα
Βυζαντινά Μνημεία
Αττικής και Βοιωτίας
.
Εφεξής οι ασπρόμαυρες και έγχρωμες εικόνες πληθαίνουν ραγδαία στην Αθήνα. Εξαιρετική κρισιμότητα απο κτά το ζήτημα της καλαισθησίας: το παρένθετο δίστιχο του καβαφικού ποι ήματος Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα (1916/21) «(Μα αν ήμουν ακαλαίσθη τος, κι αν μυστικά το είχα προστάξει, / θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι!..)» μοιάζει να εμφι λοχωρεί στην ηλεκτρονική Τάξη...