Η μνήμη του κακού

Posted by Stratilio Stratilio
Options
 Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, "ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ", 7/2/2010

Ο βρετανός ιστορικός Τόνι Τζουντ αναλύει την περίπλοκη διαλεκτική της μνήμης και της λήθης και επισημαίνει τους κινδύνους που κρύβει η λατρεία της μνημόνευσης

Η είδηση είναι πρόσφατη και τραγική: μια σπάνια ασθένεια των κινητικών νευρώνων άφησε παράλυτο τον βρετανό ιστορικό και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Τόνι Τζουντ. Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Τόνι Τζουντ «Postwar» («Penguin», 2005).

Οσο και αν ναζισμός και κομμουνισμός ήταν εντελώς διαφορετικοί στους στόχους τους (ακόμα και αν, όπως έλεγε ο Αρόν, «υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια φιλοσοφία με τερατώδη λογική και σε μια φιλοσοφία στην οποία μπορεί να δοθεί μια τερατώδης ερμηνεία») θα επρόκειτο για μικρή παρηγοριά για τα θύματα. Οι ανθρώπινες δυστυχίες δεν θα έπρεπε να μετριούνται με βάση τους σκοπούς που επιδιώκει αυτός που τις προκάλεσε. Με δύο λόγια, για όποιον βασανίστηκε ή σκοτώθηκε, ένα κομμουνιστικό γκουλάγκ δεν είναι ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο από ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Με τον ίδιο τρόπο, η σημασία που αποδίδεται στα «δικαιώματα» (και σε μιαν επανόρθωση για όποιον έχει υποστεί την παραβίασή τους) από το σύγχρονο διεθνές δίκαιο και από την πολιτική ρητορική προμήθευσε ένα θαυμάσιο επιχείρημα σε όποιον είναι πεισμένος ότι τα βάσανά του και οι απώλειές του δεν έχουν επαρκώς αναγνωριστεί και επανορθωθεί. Στη Γερμανία, ορισμένοι συντηρητικοί, παίρνοντας αφορμή από τη διεθνή καταδίκη της «εθνοκάθαρσης», εξέφρασαν τις διεκδικήσεις των γερμανικών κοινοτήτων που εκδιώχθηκαν από τα εδάφη τους στο τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Για ποιον λόγο -ρωτούν- έπρεπε να θεωρούνται θύματα δεύτερης κατηγορίας;

Στα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα, σε ορισμένους αξιοσέβαστους κύκλους μιλούσαν για την ανέγερση στο Βερολίνο ενός ακόμη μνημείου: ενός «κέντρου ενάντια στις εκτοπίσεις», ενός μουσείου αφιερωμένου σε όλα τα θύματα των εθνικών εκκαθαρίσεων.

Αυτή η τελευταία εξέλιξη της συζήτησης -με την έμμεση θέση της ότι όλες οι μορφές βασάνων και συλλογικής καταπίεσης είναι ουσιαστικά συγκρίσιμες και μάλιστα ισοδύναμες και πρέπει επομένως να τους παραχωρείται η ίδια μνήμη- προκάλεσε μιαν οξεία αντίδραση από μέρους του Μάρεκ Εντελμαν, του τελευταίου επιζώντος ηγέτη της εξέγερσης στο γκέτο της Βαρσοβίας, ο οποίος το 2003, υπογράφοντας μια διαμαρτυρία ενάντια στη δημιουργία του μνημείου που προαναφέραμε, δήλωσε: «Υπέφεραν αληθινά τόσο πολύ; Προφανώς είναι πολύ θλιβερό πράγμα να σε διώχνουν από το σπίτι σου και να υποχρεώνεσαι να εγκαταλείψεις τη γη σου. Αλλά οι εβραίοι έχασαν τα σπίτια τους και όλους τους συγγενείς τους».

Η αντίδραση αυτή είναι μια επίκαιρη και εύστοχη αναφορά στους κινδύνους που διατρέχουμε όταν ενδίδουμε με τρόπο υπερβολικό στη λατρεία της μνημόνευσης και θέτουμε στο επίκεντρο της προσοχής μας τα θύματα και όχι τους ενόχους.

Από τη μια μεριά δεν υπάρχει θεωρητικά όριο στις μνήμες και στις εμπειρίες που είναι άξιες να μνημονεύονται και να αναφέρονται επιφανειακά. Από την άλλη, το να μνημονεύουμε το παρελθόν με μνημεία και μουσεία είναι ένας τρόπος για να το κρατάμε υπό τον έλεγχό μας, ακόμα και για να το παραγνωρίζουμε, αφήνοντας στους άλλους την ευθύνη να διατηρούν τη μνήμη του.

Οσο υπάρχουν πρόσωπα που έχουν ακόμα μιαν αυθεντική ανάμνηση, από άμεση ατομική εμπειρία, το πράγμα πιθανόν να μην παρουσιάζει πρόβλημα. Αλλά τώρα, όπως ο Σεμπρούν υπενθύμισε στους συντρόφους της αιχμαλωσίας του, στις 10 Απριλίου 2005, με αφορμή την 60ή επέτειο της απελευθέρωσης του Μπούχενβαλντ, «ο κύκλος της ζώσας μνήμης κλείνει».

Αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη θεμελιώθηκε και οικοδομήθηκε πάνω σε μιαν εσκεμμένη στρέβλωση της μνήμης, πάνω στη λήθη ως τρόπο ζωής. Μετά το 1989 οικοδομήθηκε αντίθετα πάνω σε μιαν αντισταθμιστική υπερβολική μνήμη: μια θεσμοποιημένη δημόσια ενθύμηση ως ιδρυτική βάση της συλλογικής ταυτότητας. Η πρώτη δεν μπόρεσε να διαρκέσει πολύ, αλλά και η δεύτερη δεν πρόκειται να διαρκέσει περισσότερο. Ενας ορισμένος βαθμός παράλειψης, ακόμα και λήθης, είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την πολιτική υγεία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ζητάμε μιαν αμνησία. Πριν μπορέσει να αρχίσει να ξεχνάει, ένα έθνος πρέπει να έχει θυμηθεί κάτι. Οσο οι Γάλλοι δεν είχαν συνειδητοποιήσει αυτό που πραγματικά υπήρξε το Βισί -και τον στρεβλό τρόπο με τον οποίο είχαν επιλέξει να το θυμούνται- δεν μπορούσαν να το αφήσουν πίσω τους και να προχωρήσουν. Το ίδιο ισχύει και για τους Πολωνούς και τη στρεβλή τους μνήμη για τους εβραίους που κάποτε ζούσαν ανάμεσά τους. Μόνον όταν κατανόησαν και αφομοίωσαν τον τρόμο του ναζιστικού παρελθόντος (μια εξηντάχρονη διαδικασία αρνήσεων, εκπαίδευσης, συζήτησης και συναίνεσης) οι Γερμανοί μπόρεσαν να αρχίσουν να ζουν μαζί του, δηλαδή να τον ξεπερνούν.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, εργαλείο της θύμησης δεν ήταν η μνήμη. Ηταν η ιστορία και με τα δύο νοήματά της: ως πέρασμα του χρόνου και, κυρίως, ως επαγγελματική μελέτη του παρελθόντος. Το κακό, ιδιαίτερα εκείνο που προκάλεσε η ναζιστική Γερμανία, ποτέ δεν θα μπορέσει να μνημονευθεί με τρόπο ικανοποιητικό. Το ίδιο το πελώριο μέγεθος του εγκλήματος καθιστά υποχρεωτικά ατελή κάθε μορφή μνημόνευσης.

Ο εγγενής ανορθολογισμός του -η δυσκολία να το συλλάβουμε με αναδρομική ηρεμία- ανοίγει τον δρόμο στην ελαχιστοποίησή του ή ακόμα και στην άρνησή του. Καθώς είναι αδύνατο να το θυμόμαστε στην αυθεντική του πραγματικότητα, εμφανίζεται ευάλωτο στην πιθανότητα να το θυμόμαστε σαν αντίθετα να μην υπήρξε. Ενάντια σε αυτή την απειλή η μνήμη δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Μόνον ο ιστορικός, με το αυστηρό του πάθος για τα γεγονότα, τις μαρτυρίες και τις αποδείξεις, δηλαδή τα θεμελιώδη εργαλεία της εργασίας του, μπορεί να διατηρήσει αποτελεσματικά την επαγρύπνηση. *