ΓΙΑ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥ-ΣΗ: ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗ

Posted by Stratilio Stratilio  
Report Content as Inappropriate
Options
Του Μπάμπη Παπαδόπουλου, Φιλολόγου

   Το θέμα το σχετικό με τα αρχαία ελληνικά στη δευτεροβάθ-μια εκπαίδευση –προπάντων το σχετικό με την από το πρωτότυπο διδασκαλία τους στο γυμνάσιο– είναι αναμφίβολα στενά δεμένο με το γλωσσικό ζήτημα. Οι πραγματικοί άλλωστε οπαδοί της μεταρρύθμισης του 1976, παρατηρεί ο καθηγητής Κριαράς , παραδέχονται η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας να περιοριστεί στο λύκειο. Η μεταρρύθμιση του 1976, με την ομολογουμένως πάνδημη τότε αποδοχή της, έλυσε σε σημαντικό βαθμό και με πολύ μεγάλη βέβαια καθυστέρηση ένα βασικό πρόβλημα της πατρίδας μας, το οποίο μαζί με άλλα (αγροτικό, πολιτειακό κτλ.) επηρέαζε αρνητικά τις εξελίξεις από τον καιρό ακόμη της ίδρυσης του ελληνικού κράτους αλλά και πρωτύτερα. Και επιπλέον να σημειώσουμε ότι η αναγνώριση της δημοτικής, η καθιέρωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο λύκειο αλλά και του μονοτονικού συστήματος το 1982 υπήρξαν λιγότερο επακόλουθα συγκυριών και περισσότερο κορυφώσεις –κατακτήσεις για να ακριβολογούμε– μακροχρόνιων πνευματικών, εθνικών και κοινωνικών αγώνων, όχι λίγες φορές αιματηρών και ηρωικών, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.
 
   Ωστόσο η «καθαρεύουσα», είκοσι τώρα χρόνια, με θλίψη πα-ρατηρούμε ότι διαρκώς επιστρέφει και έχει όχημα επιστροφής –αλίμονο– τα αρχαία ελληνικά. Ήδη το 1992, με προπομπό τις αρ-χαιόφιλες απόψεις του μακαρίτη του Τρίτση αλλά και άλλους πιο «προοδευτικούς» από εκείνον, σημειώθηκε ένα σοβαρό πισωγύρισ-μα, η επανεισαγωγή  στο γυμνάσιο των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο. Η επίφαση μάλιστα της ιστορικής, από τη σκοπιά της γλώσσας, διάταξης της ύλης των κειμένων που είχαν πειραματικά επιλεγεί –διότι επίφαση ήταν– καταστρατηγήθηκε από την πρώτη στιγμή σχεδόν στη σχολική πράξη προς όφελος της γ´ κλίσης και της ετεροπροσωπίας. Και αν ρίξει ο κατατοπισμένος μια πρόχειρη έστω ματιά στα σχετικά εγχειρίδια που διδάσκονται σήμερα στο γυμνάσιο, θα αντιληφθεί εύκολα την επίφαση αυτή. Ας το πούμε όμως ευθέως, ότι δηλαδή κανένα ουσιαστικά ενδιαφέρον δεν έδειξαν για τη μητρική γλώσσα και την ιστορία της εκείνοι που δή-θεν κόπτονται για τα «φτωχά» και «κακά» ελληνικά του λαού μας.
 
   Διότι βασικό «επιχείρημα» του νέου γλωσσαμυντορισμού –πώς αλλιώς να προσδιορίσει κανείς το συνονθύλευμα του θιάσου αυτού και των θιασωτών του– είναι η τάχατες γλωσσική αναπηρία του χρήστη της δημοτικής, εάν δε γνωρίζει αρχαία ελληνικά, άποψη ολωσδιόλου άκυρη και αντιεπιστημονική. Σημειώνει σχετικά ο αείμνηστος Χριστίδης  ότι η γνώση της μητρικής γλώσσας δεν προϋποθέτει τη γνώση προγενέστερων σταδίων της και ότι η γνώση αυτών των προγενέστερων σταδίων προσθέτει βέβαια γνώσεις για τη μητρική γλώσσα, δεν αποτελεί ωστόσο όρο γνώσης/απόκτησής της.
 
   Αλλά για ποια μητρική γλώσσα ο λόγος; Από το 2005 τα ωρολόγια προγράμματα προβλέπουν έξι ώρες στην α´ λυκείου για την αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία –η γραμματεία πηγαίνει περίπατο συνήθως–, τέσσερις ώρες όμως στην ίδια τάξη για τη νέα ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία• και ακόμη, μία επιπλέον ώρα στο γυμνάσιο για τα αρχαία ελληνικά από το πρωτότυπο. Και εξακολουθούμε ασφαλώς όσοι διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στην α´ λυκείου να ξεκινάμε από τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά και από το «ειμί», όσο για τη μητρική γλώσσα έχουμε στο γυμνάσιο –για καλή μας τύχη–  τα νέα σχολικά εγχειρίδια, το πνεύμα των οποίων βασίζεται στη μεταμοντέρνα λογική της πιο άγριας αγοράς. Της τελευταίας βέβαια η ψυχή «άλλα ζητεί, γι’ άλλα κλαίει», όχι πάντως για τη γλωσσική παιδεία της νέας βάρδιας εργαζόμενων –απασχολήσιμων για να ακριβολογούμε.
 
   Ας επανέλθουμε ωστόσο στο συζητούμενο θέμα, μέρος του οποίου είναι οπωσδήποτε και ο προηγούμενος προβληματισμός. Αν λοιπόν θεωρούν στ’ αλήθεια οι πολιτικοί και εκπαιδευτικοί παράγοντες που εκπονούν ωρολόγια και αναλυτικά προγράμματα ότι η γνώση της αρχαίας ελληνικής προσθέτει στη γνώση της νεοελληνικής, τότε μπορούν να φροντίζουν για άλλα, λόγου χάρη για τη διδασκαλία στο γυμνάσιο της ιστορίας της ελληνικής. Θυμούνται άραγε οι παράγοντες αυτοί το βιβλίο του Τομπαΐδη για τους μαθητές της γ´ γυμνασίου με τίτλο «Επιτομή της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας»; Θα μπορούσε αυτό ή κάλλιστα κάποιο άλλο στη θέση του να είχε αξιοποιηθεί σχετικά. Θα μπορούσαν, ακόμη, να μεριμνήσουν οι σοφοί αυτοί για πιο συχνές ετυμολογικές αναλύσεις για τα παιδιά του γυμνασίου, πάντοτε βέβαια με αφετηρία τη ζωντανή μας γλώσσα, με πορεία από τη συγχρονία στη διαχρονία. «Από τη δημοτική», γράφει ο Δημήτρης Γληνός , «πηγαίνει το παιδί στην αρχαία και σε κάθε μορφή της γλώσσας μας άμεσα, σταθερά, με σίγουρη περπατησιά χωρίς παραστρατήματα, γιατί η δημοτική είναι ριζωμένη στην ψυχή του.». Όμως οι άνθρωποι αυτοί, σε κάμποσες περιπτώσεις, ούτε εκπαιδευτικοί είναι ούτε σχέση καμία με τα αρχαία ελληνικά έχουν. Και αλήθεια πως είναι παράταιρη η τοποθέτηση αυτών των υποκειμένων δίπλα σε πνευματικές μορφές όπως ο Γληνός, διότι αδικεί κατάφωρα τόσο αυ-τούς όσο και εκείνον.
 
   Για να τελειώνουμε ωστόσο την πρώτη σύντομη αυτή παρέμβαση: αν η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είχε επιβλη-θεί σε τέτοιαν έκταση στη νεοελληνική εκπαίδευση πριν το 1976 (χωρίς καθόλου να παραγνωρίζουμε μεταρρυθμιστικές προσ-πάθειες όπως εκείνη το 1917 με εισηγητή το Γληνό ή –πολύ περισ-σότερο– το «Σχέδιο μιας Λαϊκής Παιδείας» της Π.Ε.Ε.Α. το 1944), τούτο οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό και στη στήριξη που αυτή παρείχε στην «καθαρεύουσα», την  επίσημη δηλαδή γλώσσα του κοτζαμπασισμού και των νεότευκτων αστικών στρωμάτων. Φαντάζο-μαι όμως πως σήμερα –και ήδη βέβαια από το οριακό 1976– λόγος τέτοιος δε συντρέχει.

Loading...